ρυθμοποιος


ρυθμοποιος
    ῥυθμοποιός
    ῥυθμο-ποιός
    2
    вводящий ритм Plut.

Древнегреческо-русский словарь - М.: ГИИНС. . 1958.

Смотреть что такое "ρυθμοποιος" в других словарях:

  • ρυθμοποιός — ο / ῥυθμοποιός, ΝΑ αυτός που συνθέτει μουσικό έργο, ποίημα ή ρητορικό λόγο με ρυθμό νεοελλ. αυτός που επιφέρει ρυθμό σε κάτι. [ΕΤΥΜΟΛ. < ῥυθμός + ποιός*] …   Dictionary of Greek

  • ρυθμοποιία — η, / ῥυθμοποιία, ΝΑ [ῥυθμοποιός] (αρχ. ελλ. μουσ.) η δύναμη που δημιουργεί τον ρυθμό και που έχει σκοπό να συνθέσει και να μετατρέψει σε ρυθμικό σχήμα τον λόγο, το μέλος και την κίνηση …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.